Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

O Φώτης Βασιλείου, από το ''Σημειωματάριο''


Μες στη μαγεία των γιορτών ανακάλυψα μια  προσωπικότητα που καταγράφει τις σκέψεις της σε ένα ’’Σημειωματάριο’’. Είναι ο Φώτης Βασιλείου, γεννημένος στα Γιάννενα, ιστορικός ερευνητής στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιου Κύπρου, μας αποκαλύπτει τι τελικά επιλέγουμε να καταγράφουμε σ’ ένα….’’Σημειωματάριο’’

 

Δημιουργήσατε ένα προσωπικό ιστολόγιο, ποια εσώτερη ανάγκη θέλατε να καλύψετε;

 

Το Σημειωματάριο αυτή τη στιγμή είναι ένας ιδιωτικός χώρος ανοιχτός και προσιτός σε όποιον ενδιαφέρεται. Έτσι κατέληξε, δεν ξεκίνησε έτσι. Τον Οκτώβριο του 2007, όταν ξεκίνησα, ήθελα απλώς να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σε αυτό το νέο –τότε– μέσο.

 

Σ’ ένα Σημειωματάριο τι επιθυμώ να καταγράφω; Σκέψεις; Σημαντικές αναφορές; Ανείπωτα λόγια;

 

Σε ένα σημειωματάριο μπορώ να καταγράψω ό,τι θέλω –αυτή είναι η ομορφιά του. Χωράει τα πάντα: Σημαντικά κι ασήμαντα, συγκεκριμένα κι αφηρημένα, προσωπικά και γενικά, υψηλά και χθαμαλά, πράγματα που μας ντροπιάζουν ή μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι. Και το ωραίο είναι ότι δεν μας κρίνει! Το Σημειωματάριο είναι ένας ασφαλής χώρος –κάτι σαν το πρόχειρο τετράδιο που είχαμε στο σχολείο και μπορούσαμε να κρατήσουμε σημειώσεις από το μάθημα, να πειραματιστούμε στην λύση μιας άσκησης πριν την καθαρογράψουμε στο βιβλίο, να ζωγραφίσουμε όταν βαριόμαστε, να γράψουμε τους στίχους των αγαπημένων μας τραγουδιών και βέβαια το όνομα του κοριτσιού που μας αρέσει –κανένας δεν τον κοιτούσε, παρά μόνο εμείς. Κάπως έτσι είναι και το διαδικτυακό μου Σημειωματάριο: Δεν παρουσιάζω κάτι τέλειο, αλλά κομμάτια κι αποσπάσματα, λίθους και πλίνθους σκέψεων, απόψεων, ιδεών. Το πρώτο μότο άλλωστε ήταν «Σκέψεις προς διαμόρφωση».

 

Με τι ταυτίζονται περισσότερο οι αναγνώστες σας; Με την κατηγορία ‘’Σε α’ ενικό’’, με κείμενα φιλοσοφικού στοχασμού ή κοινωνικά ζητήματα;

 

Ειλικρινά δεν ξέρω. Όταν γράφω δεν σκέφτομαι τους αναγνώστες ή τους φίλους του Σημειωματάριου. Σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου –ακούγεται ίσως εγωιστικό, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι η μέθοδός μου: Να εξετάζω τον εαυτό μου και να τον εκθέτω όσο πιο ωμά, με όσο λιγότερα φτιασιδώματα μπορώ. Οι διάφορες κατηγορίες κειμένων προέκυψαν στην πορεία, δεν κατασκευάστηκαν εξ αρχής.

Για παράδειγμα, η κατηγορία «Σε α΄ ενικό», στα οποία αναφέρεσαι, δημιουργήθηκε τον τελευταίο χρόνο, έπειτα από μια περίοδο έντονης εξωστρέφειας και ενασχόλησης με την κοινωνική και την πολιτική επικαιρότητα. Ήταν δική μου ανάγκη να αφήσω τον περίγυρο, να σταματήσω να αναλύω την έξω επικαιρότητα και να βυθιστώ στην μέσα. Έτσι τους τελευταίους μήνες έχω σταματήσει να ασχολούμαι με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Τα κείμενά μου έχουν γίνει ιδιαίτερα εσωστρεφή και θα περίμενε κανείς ότι η αναγνωσιμότητα του Σημειωματάριου θα κατακρημνιζόταν, αλλά συμβαίνει το αντίθετο –αυτό το ξέρω, το βλέπω, αλλά μου είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιαφέρει κιόλας. Γιατί δεν ψάχνω ούτε να πλασαριστώ, ούτε να κερδίσω από το ιστολογείν. Μόνο το γράψιμο με ενδιαφέρει.

 

 

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε χαρακτηριστικά: ‘’ Γράφω. Έχω δουλέψει πολύ στη ζωή μου χωρίς να αμειφθώ.’’. Είναι τελικά αυτό ένα moto της σύγχρονης εποχής καμουφλαρισμένο με την δικαιολογία της κρίσης;

 

Αναφέρομαι σε δυο διαφορετικά πράγματα: Πρώτα-πρώτα γράφω –πάντα έγραφα, συνεχίζω να γράφω, και δεν μπορώ να φανταστώ τι θα μπορούσε να με σταματήσει από το να πιάνω το μολύβι και να το σέρνω σε ένα κομμάτι χαρτί δίνοντας σχήμα στις σκέψεις μου. Κι έπειτα, έχω δουλέψει χωρίς να αμειφθώ –αυτό συνέβη γιατί αφενός μεν ως νέος ήμουν αρκετά αφελής για να αντιληφθώ ότι κάποιοι κερδίζανε από τον κόπο μου, κι αφετέρου γιατί ντρεπόμουν να συζητήσω και να ζητήσω την αμοιβή μου. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου έχουν παρόμοιες εμπειρίες και μάλιστα πριν από την Κρίση, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για κανόνα.

 

 

Μεταπτυχιακό, Διδακτορικό και συνεχίζετε. Η δια βίου μάθηση κάνει τη διαφορά ή η βιωματική εμπειρία;

 

Τα σπουδαιότερα πράγματα τα έχω μάθει συναναστραφόμενους ανθρώπους. Πρώτα από το σπίτι μου, την οικογένειά μου και τον περίγυρό μας, την γειτονιά, κι έπειτα, καθώς μεγάλωνα, από τους φίλους και τους ανθρώπους που επέλεγα να μαθητεύσω δίπλα τους –είχα την τύχη να γνωρίσω και να συναναστραφώ μερικούς πολύ σημαντικούς ανθρώπους, και διδάχτηκα από τα λόγια και το παράδειγμά τους. Το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό είναι άλλο πράγμα, είναι η δουλειά μου. Και η δουλειά μου μού αρέσει πολύ.

 

Στο κείμενό σας ‘’Ο αρχαίος διχασμός’’, ο σύγχρονος άνθρωπος δε φαίνεται να προβληματίζεται από κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το ανικανοποίητο, οι συνεχείς συγκρούσεις, δε μαρτυρούν ότι ταλαντεύεται από διχασμούς που καταλήγουν να αφορούν πνεύμα-ύλη, σώμα-ψυχή;

 

Ο άνθρωπος πάντα ταλαντευόταν και πάντα θα ταλαντεύεται, πάντα θα ταλαιπωρείται αν θέλετε, από αυτόν τον διχασμό. Όσες μέθοδοι υπέρβασης ή σύνθεσης του προταθούν από φιλοσοφικά συστήματα ή θρησκείες, την τελική απάντηση πρέπει να την δώσει ο καθένας μας μόνος του μετά από εσωτερική βάσανο. Έχετε δίκιο λοιπόν, και σήμερα μας παιδεύει αυτός ο διχασμός. Η διαφορά είναι, και εκεί εστιάζει το κείμενό μου, ότι ο μετανεωτερικός άνθρωπος, απαλλαγμένος από ευθύνες και ενοχές, δεν απαντά στο δίλημμα, αλλά το παρακάμπτει. Η όποια απάντηση προϋποθέτει εσωτερικό αγώνα και αγωνία – η παράκαμψη ανενοχικό και χωρίς όρια άτομο.

 

Στις σημειώσεις από το Υπόγειο, κυρίαρχος είναι ο ήρωας ή η ιδέα; Ο άνθρωπος του Υπογείου κρυφακούει βασανιστικά όλα τα πραγματικά ή πιθανά λόγια τρίτων γι’ αυτόν. Ο σύγχρονος άνθρωπος καθορίζεται από την εικόνα των άλλων γι’ αυτόν;

 

Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν είναι μόνο άνθρωποι, αλλά και υποστασιοποιημένες ιδέες. Οι ιδέες και οι ήρωες ταυτίζονται και είναι αδύνατον να τους ξεχωρίσεις.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, η εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας και η εικόνα που έχουμε εμείς για την εικόνα που έχουνε οι άλλοι για μας –είναι τρία διαφορετικά πράγματα τα οποία βασανίζουν τον Υποχθόνιο του Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έζησε τον 19ο αιώνα. Εμείς ζούμε στον 21ο αιώνα, που χαρακτηρίζεται «εποχή των εικόνων», όπου κυριολεκτικά τα πάντα μετατρέπονται και είναι εικόνες. Αλλά να σας πω την αλήθεια, δεν είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά όσο θα θέλαμε, από άλλες εποχές. Για παράδειγμα, το απόφθεγμα για την γυναίκα του Καίσαρα, η οποία δεν αρκεί να είναι, αλλά πρέπει και να φαίνεται, μετράει μερικές εκατονταετίες ζωής. Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει επιλογές: Η γυναίκα του Καίσαρα δεν είχε, όφειλε, ασχέτως με το είναι της, να προβάλει μια συγκεκριμένη εικόνα, η οποία θα ανταποκρινόταν σε ένα δέον.

Σήμερα όμως μπορούμε να προβάλουμε αυτό ακριβώς που είμαστε. Για παράδειγμα, ο παλιός άνθρωπος ντυνόταν ανάλογα με το επάγγελμά του· όπως σήμερα ξεχωρίζουμε τους ιερωμένους από το ντύσιμό τους, έτσι ξεχώριζαν οι ψαράδες, οι τεχνίτες κοκ. Σήμερα όμως δεν υπάρχουν τέτοια θέματα. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Ντυνόμαστε όπως πραγματικά μας αρέσει, με τρόπο που πραγματικά μας εκφράζει ή συμμορφωνόμαστε σε κάποιο πρότυπο. Συμφωνεί η εικόνα μας με αυτό που όντως είμαστε ή υιοθετούμε μια ξένη εικόνα; Αυτό είναι το θέμα.

 

Δεν φτάσαμε στο τέλος του κόσμου. Φτάσαμε, όμως στο τέλος του ανθρώπου; (με βάση το κείμενό σας, ‘’Το Χαμένο Νόημα’’)

 

Όχι, δεν φτάσαμε στο τέλος του ανθρώπου. Στο τέλος ενός ανθρωπολογικού τύπου ίσως, αλλά όχι στο τέλος του ανθρώπου. Όπως δεν φτάσαμε ποτέ στο τέλος της ιστορίας, που προφήτευσε ο Φουκουγιάμα πριν από δυο δεκαετίες.

 

 

‘’Πέφτοντας’’. Είναι οι πτώσεις ευεργετικές για τη αποδόμηση του ‘’Εγώ’’ και για μια ουσιαστικότερη θέαση των πραγμάτων;

 

Το ζήτημα για μένα δεν είναι η αποδόμηση, αλλά η αναδόμηση –του Εγώ, του Εμείς, της κοινωνίας, του κράτους, των πάντων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πτώσεις μπορούν να είναι ευεργετικές, εφόσον διδασκόμαστε από αυτές: Αν τα συγκεκριμένα παπούτσια μου γλιστράνε στην βροχή και πέφτω, θα πρέπει να τα φοράω μόνο όταν το οδόστρωμα είναι στεγνό, ειδάλλως πάω γυρεύοντας. Η

 

 

 

Γράφουμε ως απόρροια των διαβασμάτων μας ή για να διαφοροποιηθούμε από αυτά;

 

Είτε γράφεις προσπαθώντας να μοιάσεις σε έναν συγγραφέα, είτε για να διαφοροποιηθείς, είσαι πάνω-κάτω στην ίδια φάση: Γράφεις σε σχέση με τα διαβάσματά σου. Αυτό δεν είναι κακό – όλοι οι συγγραφείς, όλοι οι άνθρωποι που καταπιάνονται με μια τέχνη, στα πρώτα τους βήματα εργάζονται σε σχέση με τα πρότυπά τους. Το στοίχημα όμως είναι η γραφή να σταματήσει να εξαρτάται με οποιονδήποτε τρόπο από τους άλλους, όσο σπουδαίοι ή αγαπημένοι κι αν μας είναι, και να μοιάζει του εαυτού μας. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Απαιτεί πολλή προσπάθεια, πολύ ταλέντο, πολύ κόπο και πολύ χρόνο. Ίσως το πετύχουμε κάποια στιγμή!

 

Συνεντευξιάζει: Γιώτα Κωνσταντινίδου

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου